αιώρα

[эора] ουσ. Θ. гамак, качели.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αιώρα" в других словарях:

  • αἰώρα — αἰώρᾱ , αἰώρα swing fem nom/voc/acc dual αἰώρᾱ , αἰώρα swing fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώρᾳ — αἰώρᾱͅ , αἰώρα swing fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιώρα — Η κούνια, παιδικό παιχνίδι. Αποτελείται από ένα κάθισμα στερεωμένο με δύο παράλληλα σχοινιά, τα οποία δένονται σε μια εγκάρσια δοκό, κλαδί δέντρου κλπ. Η α., μετά από τις κατάλληλες ωθήσεις, παίρνει την κίνηση του εκκρεμούς, απομακρύνεται από το… …   Dictionary of Greek

  • αἰώρας — αἰώρᾱς , αἰώρα swing fem acc pl αἰώρᾱς , αἰώρα swing fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώραν — αἰώρᾱν , αἰώρα swing fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰωρῶν — αἰώρα swing fem gen pl αἰωρέω lift up pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰῶραι — αἰώρα swing fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώραις — αἰώρα swing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώραισι — αἰώρα swing fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώρη — αἰώρα swing fem nom/voc sg (epic ionic) αἰωρέω lift up pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) αἰωρέω lift up imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.